Οι καταχρηστικοί όροι των τραπεζικών συμβάσεων

Α.  Η Ελληνική νομοθεσία

Το 1994 ψηφίστηκε ο νόμος 2251/94 περί προστασίας των καταναλωτών με τον οποίο, μεταξύ άλλων, προσδιορίζονται οι καταχρηστικοί γενικοί όροι συβάσεων.  Παρόλο ότι, η συμμόρφωση των Τραπεζών με τις επιταγές του νόμου αυτού απαιτούσε σαρωτικές τροποποιήσεις των όρων των δανειακών  κυρίως συμβάσεων των Τραπεζών με τους πελάτες τους, αυτές δεν ασχολήθηκαν καθόλου με το θέμα με αποτέλεσμα σήμερα οι συμβάσεις αυτές να εξακολουθούν να είναι γεμάτες με καταχρηστικούς όρους δημιουργώντας συνθήκες ανισορροπίας στiς έννομες σχέσεις με τους πελάτες τους.

Η χρήση καταχρηστικών όρων στις συμβάσεις είναι ενιαία για όλες τις Τράπεζες, τα δε κείμενα είναι μεταξύ τους σχεδόν όμοια. Τέτοιες συμβάσεις είναι αυτές των αλληλόχρεων λογαριασμών, οι δανειακές συμβάσεις με επιχειρήσεις καθώς και οι συμβάσεις πιστωτικών καρτών, καταναλωτικών, και στεγαστικών δανείων με ιδιώτες.  Η γενική αυτή πρακτική των Τραπεζών στην Ελλάδα συνιστά ευθεία, πάγια και σαρωτική καταστρατήγηση του νόμου 2251/94 και θεμελίωση της παρανομίας σαν τον κανόνα στις συναλλαγές.

Η καταχρηστικότητα των περισσοτέρων όρων από αυτούς που χρησιμοποιούν οι Τράπεζες στην Ελλάδα σε όλες τις συμβάσεις που επιβάλλουν στους πελάτες τους έχει ήδη ελεγχθεί και επιβεβαιωθεί από τα Δικαστήρια όλων σχεδόν των υπόλοιπων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης με πολλές εκατοντάδες αποφάσεις και με αποτέλεσμα να έχουν αποσυρθεί από τα κείμενα των συμβάσεων. Στην Ελλάδα, όμως, οι Τράπεζες εξακολουθούν να «αγνοούν» συντονισμένα το θέμα και «κερδίζουν χρόνο και χρήμα» μέχρι ότου να υποχρεωθούν να συμμορφωθούν με τη νομιμότητα. Ηδη, οι καταχρηστικοί όροι έχουν αρχίσει και προβάλλονται σάν τέτοιοι στα Ελληνικά δικαστήρια. Θεωρείται απλό θέμα χρόνου να αποσυρθούν οριστικά από τις Τράπεζες.

Δυστυχώς, παρόλο που η Ελληνική νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή ισχύει από το 1994, ελάχιστες υποθέσεις έφθασαν στα Δικαστήρια. Ετσι δεν υπάρχει αντίστοιχη νομολογία. Αντίθετα, τα Δικαστήρια τών άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν εκδόσει εκατοντάδες αποφάσεις για καταχρηστικούς όρων συμβάσεων, κύρια Τραπεζών, που καλύπτουν το σύνολο των τραπεζικών προϊόντων. Υπάρχει ιδιαίτερη συγκέντρωση αποφάσεων στα θέματα καταναλωτικής πίστης (προσωπικά, καταναλωτικά, στεγαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες), δάνεια με αλληλόχρεο λογαριασμό, leasing, factoring, καθώς και πάσης φύσεως καταθέσεις, εμβάσματα και τις άλλες εργασίες. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, φέρνουμε στη δημοσιότητα τους πιο συνηθισμένους τέτοιους όρους, η συλλογή, ταξινόμηση, μετάφραση και παρουσίαση των οποίων έγινε με στόχο την ενημέρωση και τη πρακτική προστασία του Ελληνα καταναλωτή παρά σαν μία προσπάθεια να παρουσιασθεί το θέμα αυτό και από τη νομική του πλευρά.  

Β.   Οι συνήθεις καταχρηστικοί όροι στις τραπεζικές συμβάσεις

Ολες οι συμβάσεις των Τραπεζών στην Ελλάδα είναι, κατά κανόνα, γεμάτες από μεγάλο αριθμό καταχρηστικών όρων. Σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία καθώς και τη νομολογία δικαστηρίων Ευρωπαϊκών Κρατών, καταχρηστικός και άκυρος όρος των συμβάσεων των Τραπεζών είναι:

1.
 Ο όρος που επιτρέπει στην Τράπεζα να αποφασίζει μονομερώς το κλείσιμο του λογαριασμού οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο, χωρίς προειδοποίηση προς τον δανειολήπτη, δίνοντάς του εξαιρετικά σύντομη προθεσμία για την ολική εξόφληση της οφειλής.

Σύμφωνα με τον Ν. 2251/94, καταχρηστικοί είναι ιδιως οι όροι που:
 Επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία (αρ.2, παρ.7, εδ. στ)
 Επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροπο-ποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο (αρ. 2, παρ. 7, εδ. ε)
 Προβλέπουν προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντο-μη  για τον καταναλωτή (αρ.2, παρ7, εδ. γ)
 Περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών (αρ.2, παρ.7, εδ.β)
 Επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο (αρ.2, παρ.7, εδ.ι)
 Αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή (αρ.2, παρ.7, εδ.ιγ)
 Χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή (αρ.2, παρ.7, εδ. ια)
 Εμποδίζουν τον καταναλωτή να υπαναχωρήσει (από τη σύμβαση) όταν η αύξηση του τιμήματος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης είναι υπερβολική για αυτόν (αρ.2, παρ.7, εδ.ιη)

Βελγικό Δικαστήριο (Εφετείο Λιέγης, αποφ. της 14.1.1993) απέρριψε αίτημα Τραπέζης να ασκήσει τα δικαιώματά της που απορρέουν από τον όρο αυτό δανείου, αποπληρωτέου με μηνιαίες δόσεις, λόγω καθυστέρησης πληρωμής, αφενός διότι η προκύπτουσα συνέπεια-ποινή για τον δανειολήπτη είναι βαρύτατη και βρίσκεται σε αντίθεση με άρθρα του Α.Κ. και αφετέρου διότι προσδίδει στη Τράπεζα υπέρμετρο πλεονέκτημα ώστε αυτή να έχει μεγαλύτερο συμφέρον και όφελος κατά την περίπτωση που ο δανειολήπττης θα αθετήσει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα από εκείνη που θα ανταποκριθεί κανονικά. Πέραν τούτων, με την διεκδίκηση ολικής εξόφλησης δημιουργείται για τον δανειολήπττη υπέρμετρη και δυσανάλογη υποχρέωση.

Το Εφετείο του Τολέδο Ισπανίας (αποφ. 852 της 24.1.1995) έκρινε τον ίδιο όρο καταχρηστικό και άκυρο με το σκεπτικό ότι παραβιάζει το άρθρο 1.256 του Α.Κ. και τα άρθρα 2β και 3 της Οδηγίας 93/13 της Ευρωπαϊκής Ενωσης περί προστασίας του καταναλωτή ενώ καταργεί και την αρχή της ισοτιμίας των συμβαλλομένων που πρέπει να ενυπάρχει σε τέτοιες συμβάσεις καθώς επίσης και ότι ο δανειολήπτης δεν ήταν σε θέση να διαπραγματευτεί τον όρο αυτό (σύμβαση προσχωρήσεως) ούτε να επηρεάσει το περιεχόμενό του.

  1. Ο όρoς που προβλέπει ότι το επιτόκιο δανείου θα προσδιορίζεται σε έγγραφο διαφορετικό από τη σύμβαση που υπογράφουν τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν παράγει αποτέλεσμα διότι γίνεται συσχετισμός με κείμενο που δεν έγινε γνωστό στον καταναλωτή ούτε πρίν αλλά και ούτε κατά την υπογραφή της σύμβασης. Εξάλλου, ο όρος έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης στις συναλλαγές ενώ επίσης προσβάλλει την ισορροπία των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων.
    Επίσης, ο όρος που δημιουργεί δικαίωμα της Τραπέζης για μονομερή μεταβολή του συνολικού επιτοκίου (και συνεπώς και της συμφωνημένης και συμπεριλαμβανό- μενης σ’ αυτό προμηθείας-αμοιβής της Τραπέζης) χωρίς έγκαιρη ενημέρωση.

Η απόφαση του Ισπανικού Εφετείου της Tarragona (Αποφ. 1539/ 20.3.1995) ορίζει ότι όρoς που προβλέπει ότι το επιτόκιο δανείου θα προσδιορίζεται σε έγγραφο διαφορετικό από τη σύμβαση που υπογράφουν τα συμβαλλόμενα μέρη  είναι καταχρηστικός και δεν παράγει αποτέλεσμα διότι γίνεται συσχετισμός με κείμενο που δεν έγινε γνωστό στον καταναλωτή ούτε πρίν αλλά και ούτε κατά την υπογραφή της σύμβασης. Εξάλλου, ο όρος έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης στις συναλλαγές ενώ επίσης προσβάλλει την ισορροπία των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων.

Η απόφαση του Πρωτοδικείου Νο.8 της Μαδρίτης (Αποφ. 20.10.1993) ορίζει ότι όρος αλληλόχρεου λογαριασμού που δίδει το δικαίωμα στη Τράπεζα να μεταβάλλει μονομερώς τους συμφωνημένους όρους της σύμβασης καθώς και το επιτόκιο είναι καταχρηστικός και άκυρος.

  1. Ο όρος ή η αδιαφανής πρακτική σύμφωνα με την οποία, εκταμιεύσεις αλληλόχρεου λογαριασμού είναι τοκοφόρες αυθημερόν ενώ πληρωμές του Πιστούχου την επομένη εργάσιμο.

Mε απόφαση του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας (απόφ. ΧΙ ΖR 54/88 της 17.1.1989 που δημοσιεύθηκε με τα στοιχεία NJW 1989, 582), ό όρος αυτός που περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους εργασιών των Τραπεζών σχετικά με τη τοκοφόρο ημέρα πληρωμών και εισπράξεων από τραπεζικούς λογαριασμούς (valeur, Wertstellung) είναι καταχρηστικός με το σκεπτικό ότι έχει αξιόλογη επίδραση στον υπολογισμό του τόκου, θέτει παράλογα τους πελάτες των Τραπεζών σε μειονεκτική θέση διότι μπορεί να καταλήξει ακόμη και σε χρέωση τόκων εκεί που δεν οφείλονται (π.χ. σε περίπτωση πληρωμής και είσπραξης την ίδια ημέρα). Κατά το Δικαστήριο και σε σχέση με τον όρο αυτό που προσέβαλε στη Δικαιοσύνη Ενωση Καταναλωτών, μεθοδεύσεις σχετικά με τον υπολογισμό των τόκων  μπορούν να γίνονται αποδεκτές μόνον εφόσον λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα των πελατών των Τραπεζών και επίσης δηλούνται με διαφάνεια όπως π.χ. με δημόσια ανακοίνωση του εφαρμοζόμενου πραγματικού επιτοκίου. (ΣΗΜ. Προφανώς το Δικαστήριο συνδέει την απόφαση με την ανάγκη πλήρους διαφάνειας στις συναλλαγές, η οποία δεν υπάρχει απόλυτα με την επιλεκτική εφαρμογή διαφορετικών ημερών τοκοφορίας (valeur).

Με άλλη του απόφαση (ΧΙ ZR 208/96 της 6.5.1997 που δημοσιεύθηκε με τα στοιχεία NJW 1997, 2042), τό ίδιο Ανώτατο Δικαστήριο σε αίτημα Ενωσης Καταναλωτών η οποία αμφισβήτησε την ορθότητα της πρακτικής των Τραπεζών να πληρώνουν στους πελάτες του εμβάσματα την επομένη της λήψης των καί όχι αυθημερόν, έκρινε την πρακτική αυτή καταχρηστική με το σκεπτικό ότι τα εμβάσματα πρέπει να είναι διαθέσιμα στούς δικαιούχους την ίδια ημέρα κατά την οποία οι Τράπεζες τα λαμβάνουν και κάνουν τις εγγραφές στα βιβλία των. Τυχόν περεμβολή μή εργάσιμων ημερών μπορεί να καταλήξει στη πληρωμή των δικαιούχων με καθυστέρηση 2 και περισσοτέρων ημερών εφόσον ο όρος ομιλεί για «επομένη εργάσιμο» και όχι «επομένη ημέρα». Αυτό δεν είναι εύλογο ούτε δικαιολογημένο από οποιοδήποτε λόγο, παραβιάζει την αρχή της καλής πίστης στις συναλλαγές και θέτει τον πελάτη σε μειονεκτική θέση. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι το θέμα αυτό για τα εμβάσματα είναι ταυτόσημο με την επίσης απαράδεκτη πρακτική που δίδει στις καταθέσεις μετρητών σε λογαριασμούς αποταμιευτών αξία επομένης εργάσιμης ημέρας.

Σύμφωνα με τον Ν. 2251/94, καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που
 Βεβαιώνουν ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ορισμένους όρους της σύμβασης ή την κατάσταση των προμηθευομένων πραγμάτων ή την ποιότητα των υπηρεσιών ενώ πραγματικά τα αγνοεί (αρ.2,παρ.7,εδ κδ).

ΣΗΜ. Η αναγνώριση υπολοίπων και η έγγραφη αποδοχή των γίνεται υπό συνθήκες εξαναγκασμού του δανειολήπτη που δεν είναι σε θέση να ελέγξει την ακρίβεια των υπολοίπων διότι δεν γνωρίζει τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν για τα οποία παραπέμπεται στις ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες που πρακτικά είναι ανέφικτο να κάνει.

4. Ο όρος σύμφωνα με τον οποίο η μη εναντίωση του πελάτη για το ορθό υπόλοιπο λογαριασμού του, όπως αυτό δηλούται σε αντίγραφο λογαριασμό που του αποστέλλει η Τράπεζα, μέσα σε προθεσμία κάποιων ημερών,  ισοδυναμεί με πλήρη αποδοχή και συμφωνία.

Ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και άκυρος με το σκεπτικό ότι  η έλλειψη απάντησης του πελάτη δεν συνιστά τεκμήριο συμφωνίας του και ότι ο όρος αυτός δεν μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα να προσφύγει στα Δικαστήρια ή να προβάλλει τις αιτιάσεις του.
Mε απόφαση Ισπανικού Δικαστηρίου (Εφετείο Huelva, αποφ. 13.497 & 13.498 της 1.10.1993), ο όρος τραπεζικής σύμβασης σύμφωνα με τον οποίο η μη εναντίωση του πελάτη για το ορθό υπόλοιπο λογαριασμού του, όπως αυτό δηλούται σε αντίγραφο λογαριασμό που του αποστέλλει η Τράπεζα, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών, ισοδυναμεί με πλήρη αποδοχή και συμφωνία, είναι καταχρηστικός και άκυρος με το σκεπτικό ότι  η έλλειψη απάντησης του πελάτη δεν συνιστά τεκμήριο συμφωνίας του και ότι ο όρος αυτός δεν μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα να προσφύγει στα Δικαστήρια ή να προβάλλει τις αιτιάσεις του.

Παρόμοια απόφαση βασισμένη στον Αστικό Κώδικα, έβγαλε Ιταλικό Δικαστήριο (Πρωτοδικείο Cassazione, αποφ. 3681/81 της 8.6.1981) που κρίνει καταχρηστικό και άκυρο παρόμοιο όρο παθητικής αναγνώρισης υπολοίπου εφόσον δεν αποκρουσθεί μέσα σε 60 ημέρες.
Ομοια απόφαση έβγαλε και το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας (
OGH, αποφ. 6 Ob 530/84) της 29.3.1994) κρίνοντας τον όρο αυτό καταχρηστικό και άκυρο.

  1. Ο όρος για την πλήρη απαλλαγή της Τράπεζας για ενδεχόμενη πλαστογράφηση, νόθευση ή αλλοίωση εγγράφων και αξιογράφων και παραίτηση του Πιστούχου από κάθε δικαίωμα αξίωσης κατά της Τραπέζης

Σύμφωνα με τον N. 2251/94, καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που :

 Αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή (αρ.2, παρ. 7, εδ. ιγ)
 Αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα

  1. Ο όρος που προβλέπει ότι τα πιστωτικά υπέρ του Πιστούχου υπόλοιπα του λογαριασμού δεν αποφέρουν τόκο

Ο όρος είναι προφανέστατα άδικος και καταχρηστικός διότι επιφυλάσσει άνιση μεταχείρηση του Πιστούχου γιατί, από την ίδια τη φύση του αλληλόχρεου λογαριασμού, το ενδεχόμενο πιστωτικού υπέρ τού Πιστούχου υπολοίπου είναι φυσικό και ισότιμα αναμενόμενο. Προφανώς για λόγους αυξημένης κερδοφορίας, ο προμηθευτής επιβάλλει όρο που περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη του και που οδηγεί στη μη ισότιμη μεταχείρηση του Πιστούχου (Ν. 2251/94, αρ.2, παρ.7, εδ. ιγ).

  1. Ο όρος για την αποκλειστική επιβάρυνση του πιστούχου με δικαστικά και λοιπά έξοδα.

Σύμφωνα με τον N. 2251/94, καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που….

 Αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή (αρ.2, παρ. 7, εδ. ιγ)
 Αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα
 Αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή (αρ.2, παρ.7, εδ. λα)

Σύμφωνα με απόφαση του Ολλανδικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (αποφ. 8090 της 22.1.1993) ), ό όρος κρίθηκε καταχρηστικός με το σκεπτικό ότι τα δικαστήρια μπορούν να ανατρέψουν τη σχετική συμβατική συμφωνία εάν, η εφαρμογή της κάτω από τις  δεδομένες συνθήκες, δεν είναι εύλογη και δίκαιη.

  1. Ο όρος που δίδει στη Τράπεζα το δικαίωμα να ζητήσει και δημιουργεί στον Πιστούχο υποχρέωση να ενεχυριάσει  αξιόγραφα  πελατείας αξίας που υπερκαλύπτει την εκάστοτε οφειλή

Προκειμένου περί μεταχρονολογημένων επιταγών πελατείας του Πιστούχου, όπως εφαρμόζεται ευρύτατα στη πράξη), καταχρηστικοί (N. 2251/94) είναι ιδίως οι όροι που….
 Επιβάλλουν στον καταναλωτή  που πιστώθηκε με το  τίμημα των αγαθών ή υπηρεσιών να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή (αρ.2, παρ.7, εδ. κα)
 Επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωγή υπέρμετρες εγγυήσεις (αρ.2, παρ.7, εδ.κστ). (Είναι συνήθης η περίπτωση οι Τράπεζες να ζητούν και την ενεχυρίαση μεταχρονολο-γημένων επιταγών ενώ είναι ήδη πλήρως εξασφαλισμένες με εμπράγματες ασφάλειες επί ακινήτων καθώς και με τριτεγγυήσεις).

ΣΗΜ. Κατ’ επέκταση, είναι καταχρηστική η πρακτική να στηρίζουν τις χρηματοδοτήσεις τους οι Τράπεζες σε μεταχρονολογημένες επιταγές πελατείας των Πιστούχων των, επιβάλλοντας σε αυτούς να απαιτούν και να λαμβάνουν, καταχρηστικά,  μεταχρονολογημένες επιταγές από τους πελάτες τους.

  1. Ο όρος που προβλέπει ότι η αποστολή τίτλων προς τρίτους προς είσπραξη γίνεται με κίνδυνο του Πιστούχου

Σύμφωνα με τον N. 2251/94, καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που :

 Αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή (αρ.2, παρ. 7, εδ. ιγ)
Με απόφαση του Πρωτοδικείου Νο. 8 της Μαδρίτης (αποφ. 20.10.93), ο έντυπος αυτός όρος έχει κριθεί καταχρηστικός με το σκεπτικό ότι ο καταναλωτής δεν είχε την ευκαιρία να τον διαπραγματευθεί.

  1. Ο όρος ευθύνης του εγγυητή, παραίτηση από τα νόμιμα δικαιώματά του, πλήρης συναίνεση προς τη Τράπεζα να παραιτείται από ληφθείσες από τον Πιστούχο ασφάλειες και εγγυήσεις που αποτελούν λόγο μη ελευθέρωσής του 
  2. Ο όρος για την εκ των προτέρων αναγνώριση της ευθύνης του εγγυητή γιά μελλοντικές μεταβολές των όρων και αυξήσεις του ποσού της πίστωσης

Οροι που συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματά του είναι καταχρηστικοί.

  1. Ο όρος που προβλέπει ότι ο εγγυητής δεν ελευθερώνεται έστω και εάν έγινε αδύνατη η ικανοποίηση της Τράπεζας από τον Πιστούχο, ούτε και αν η Τράπεζα παραιτήθηκε από ασφάλειες που είχε για την απαίτησή της
  2. Ο εγγυητής περέχει ανέκκλητα προς τη Τράπεζα την ανεπιφύλακτη συναίνεσή του να παραιτείται οποτεδήποτε από τις εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες που έχουν ληφθεί ή που θα ληφθούν. Τυχόν απόσβεση της κύριας οφειλής χωρίς την ικανοποίηση της Τράπεζας ή τυχόν καθυστέρηση ή αμέλεια γύρω από την ανάληψη ή συνέχιση από την Τράπεζα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησής της συμφωνείται ότι δεν αποτελούν λόγο ελευθέρωσης των εγγυητών.

Οροι που συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματά του είναι καταχρηστικοί.

  1. Ο όρος ή η πρακτική της Τράπεζας (χωρίς να προβλέπεται από τη σύμβαση) να επιβαρύνει τον δανειολήπτη με χρέωση ή χρεώσεις με διάφορους τίτλους, όπως «Εξοδα φακέλλου, κόστος διαχείρισης, κλπ»

Ο  όρος είναι καταχρηστικός και ακυρώσιμος διότι η αμοιβή της Τραπέζης για τη χρηματοδότηση γίνεται μόνο με τη χρέωση του συμφωνημένου τόκου. Η απαίτηση της Τράπεζας για πρόσθετη και συγκεκαλυμένη αμοιβή είναι αβάσιμος και εντελώς αδικαιολόγητη, θέτοντας τον δανειολήπτη σε μειονεκτική θέση.

Πολλά δικαστήρια Ευρωπαϊκών Χωρών έχουν εκδώσει σχετικές αποφάσεις με τέτοιες απορριπτικές κρίσεις. Ενδεικτικά, αναφέρεται η απόφαση Βελγικού Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείο Beveren, αποφ. RG 11.124 της 7.6.1997) η οποία έκρινε καταχρηστικές διάφορες ποινές Τραπέζης προς δανειολήπτη της διότι αυτές διεκδικούνται βάσει του συμβατικού όρου χωρίς να συνδέονται με τυχόν ζημία της Τραπέζης οφειλόμενη στον δανειολήπτη. Η απόφαση είναι σύμφωνη με άλλη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Βελγίου που έχει κρίνει όρους με τους οποίους οι Τράπεζες επιβάλλουν ποινές στους δανειολήπτες.

15. Ο όρος για το δικαίωμα της Τραπέζης για μεταφορά τυχόν πιστωτικών υπολοίπων λογαριασμών του  Πιστού-χου σε πίστωση του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού του ιδίου

Σύμφωνα με απόφαση Ισπανικού Δικαστηρίου (Εφετείο Granada, αποφ. 9.218 & 9.219 της 26.11.1991) ), ο όρος είναι καταχρηστικός διότι:
α) Παραβιάζει την νομοθετημένη απαγόρευση της χρήσης από τις Τράπεζες μεθόδων αυτόματης (χωρίς τη σύμπραξη του οφειλέτου) είσπραξης
  απαιτήσεων και
β) προκαλεί συνθήκη ανισορροπίας υπέρ της Τραπέζης στα δικαιώματα των συμβαλλομένων μερών που δεν μπορεί να κριθεί εύλογη ούτε από τα άρθρο 1.255 του Α.Κ. ούτε με βάση την αρχή της ελευθερίας σύναψης
  συμβάσεων.

Καταχρηστικοί όροι, βέβαια, δεν υπάρχουν μόνο στις συμβάσεις ανοιχτών αλληλόχρεων λογαριασμών. Υπάρχουν σχεδόν σε κάθε προτυπωμένη σύμβαση των τραπεζών, όπως οι γενικοί όροι εργασιών, οι συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (καταναλωτικά, προσωπικά, στεγαστικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες), επιχειρηματικών και επενδυτικών δανείων εγγυητικών επιστολών, κίνησης κεφαλαίων, ενεγγύων πιστώσεων, κλπ. Επίσης πολλούς καταχρηστικούς όρους περιλαμβάνουν οι καταθέσεις πάσης μορφής, οι εντολές για χρηματιστηριακές και άλλες εργασίες.

 Η ύπαρξη καταχρηστικών όρων στις συμβάσεις των τραπεζών είναι σήμερα και θα εξακολουθήσει να είναι για μερικά χρόνια ακόμη ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.