Το πρώτο χρυσοφόρο τοκοτέχνασμα των τραπεζών

Α.  Το παραδοσιακό κόλπο με το διπλό ημερολογιακό έτος

Για τον υπολογισμό των τόκων χορηγήσεων, οι περισσότερες, εάν όχι όλες οι Τράπεζες χρησιμοποιούν, εδώ και  πολλές δεκαετίες, εντελώς αυθαίρετα, καταχρηστικά  και χωρίς αυτό να προβλέπεται απο τις δανειακές συμβάσεις ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη ή απόφαση, ημερολογιακό έτος 360 ημερών αντί 365. Αντίθετα, για τον υπολογισμό των τόκων καταθέσεων, χρησιμοποιούν κανονικά έτος 365 ημερών.  Η πρακτική αυτή συνιστά “κατ’επάγγελμα και συνήθεια” μεθόδευση ιδιαιτέρως μεγάλου οικονομικού αντικειμένου, διότι η ταυτόχρονη χρήση δύο διαφορετικών ημερολογιακών ετών για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή, τον υπολογισμό των τόκων των συναλλασσομένων πελατών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, της λογικής αλλά και της γενικής διεθνούς πρακτικής. Το ότι ο τόκος των δανείων υπολογίζεται με έτος 360 ημερών είναι κάτι που σχεδόν όλες οι τράπεζες “από τυχαία …σύμπτωση” (διάβαζε σκόπιμη πρόθεση) δεν αναφέρουν στις δανειακές συμβάσεις ή σε κανένα άλλο έγγραφο που δίνουν στους δανειολήπτες να υπογράψουν. Το θέμα αυτό καλύπτεται από απόλυτη αδιαφάνεια.

Αυτό το τέχνασμα έχει σαν αποτέλεσμα να προκύπτουν ποσά τόκων παράνομα αυξημένα κατά 1,3889% (που είναι ο λόγος 365/360) επί του συνολικού ποσού των θεμιτών τόκων. Η χρήση έτους 360 ημερών αντί 365 παράγει μεγαλύτερη επιβάρυνση των δανειοληπτών από τόκους (όταν ο παρανομαστής κλάσματος γίνεται μικρότερος, το κλάσμα γίνεται μεγαλύτερο). Σαν ένα ενδεικτικό παράδειγμα, υποθέτουμε ότι ένας δανειολήπτης κάνει πλήρη χρήση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού για 90 ημέρες με υπόλοιπο Δρχ 50.000.000 και με ετήσιο επιτόκιο 21% :

Α)   Τόκος =  Κεφάλαιο x Επιτόκιο/100 x Ημέρες / 360 =    50.000.000 x 0.21 x 90 / 360 = Δρχ 2.625.000

Β) Τόκος =   Κεφάλαιο x Επιτόκιο/100 x Ημέρες  / 365 =   50.000.000 x 0.21 x 90 / 365 = Δρχ 2.589.041

Χρησιμοποιώντας πάγια τον τύπο Α με 360 ημέρες, η τράπεζα υπολογίζει τον τόκο στο ποσό των Δρχ 2.625.000 ήτοι Δρχ 35.959 (ποσοστό 1,3889%) περισσότερο του ποσού των Δρχ 2.589.041 όπως προκύπτει από τον σωστό τύπο Β.

Παρ’ όλο που η επιβάρυνση αυτή φαίνεται, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως ασήμαντη για κάθε δανειολήπτη, οι πρόσθετοι τόκοι είναι τελικά σημαντικοί και σε επίπεδο δανειολήπτη ενώ, σε επίπεδο τραπέζης τα ετήσια ποσά είναι τεράστια. Τα έσοδα από τόκους χορηγήσεων μέσα στο 1997 μιάς μόνο μέσης Ελληνικής τραπέζης,  ανήλθαν σε Δρχ 210 δις. Η αθέμιτη επιβάρυνση από τόκους που εκτιμάται ότι προέκυψε από την εφαρμογή της παραπάνω μεθόδευσης μόνο μέσα σε ένα έτος (1997) ήταν Δρχ 2.9 δις ενώ η συνολική επιβάρυνση των πελατών της με Δρχ 3 δισεκατομμύρια.

Τα ποσά των αθέμιτα αυξημένων κατά 1,389% επί των τόκων ποτέ δεν υπήρξαν νόμιμα απαιτητά από τις τράπεζες και, κατ’ επέκταση, από το Δημόσιο και, κατά συνέπεια, θεμελιώνεται το δικαίωμα των θιγέντων για αποζημίωση.  Στο σύνολό τους, τα ποσά από αυτή τη μεθόδευση είναι πολύ μεγάλα.  Ο ακριβής υπολογισμός τους προϋποθέσει στοιχεία από τους ισολογισμούς των τραπεζών των τελευταίων 20 ετών που δεν είναι διαθέσιμα καθώς επίσης και τον ανατοκισμό των ποσών αυτών. Κατά ένα χονδρικό υπολογισμό με εξάμηνο ανατοκισμό, το ποσό αυτό προσεγγίζει τα Δρχ 4 τρισεκατομμύρια!!

Ας σημειωθεί ότι, κατά τη πρόσφατη αντιπαράθεση για το θέμα του ανατοκισμού, το βασικό επιχείρημα των τραπεζών υπέρ του υποχρεωτικού εξάμηνου ανατοκισμού των δανείων ήταν το ότι οι λογαριασμοί των καταθέσεων εκτοκίζονται ανά εξάμηνο. Στην επίκληση αυτής της ανάγκης για αντιστοιχία μεταξύ χρονικής βάσης εκτοκισμού δανείων και καταθέσεων, βέβαια, άφησαν εκτός συζήτησης την προφανή και αυτονόητη ανάγκη και για ένα μοναδικό και όχι διπλό  ημερολογιακό έτος, ένα θέμα το οποίο η αγορά αγνοεί παντελώς. Η  σκόπιμη αυτή αποσιώπηση είναι αποκαλυπτική των προθέσεων, της αντίληψης για το δίκαιο του ισχυρού και το «δικαίωμά» του να εκμεταλλεύεται στο ακέραιο τον αδύναμο συναλλασσόμενο.

Η αποκάλυψη του τοκοτεχνάσματος αυτού δίνει επίσης τη δυνατότητα κάθε δανειολήπτη που η τράπεζα του κλείνει τον λογαριασμό και προσφεύγει στο Δικαστήριο για έκδοση διαταγής πληρωμής, να κάνει ανακοπή αμφισβητώντας το ποσό της απαίτησης που προβάλει η τράπεζα και να ζητήσει την ακύρωσή της διότι αφορά ένα ποσό που είναι αθέμιτα υψηλότερο από το νόμιμα απαιτητό.  Ηδη έχουν αρχίσει να βγαίνουν και σχετικές αποφάσεις Δικαστηρίων που δικαιώνουν τους δανειολήπτες.

Σημειώνεται ότι, την έκδοση της διαταγής πληρωμής ακολουθεί η καταχώρησή της στούς καταλόγους δυσμενών στοιχείων του «Τειρεσία» με αποτέλεσμα την δυσφήμιση του δανειολήπτη πρίν τελεσιδικήσει η υπόθεση. Σε περίπτωση επιτυχίας της ανακοπής και ακύρωσης της διαταγής, εύλογα ο «Τειρεσίας» μπορεί να γίνει στόχος αγωγής για αποζημίωση από τυχόν εμπορική ή ηθική βλάβη του δανειολήπτη.

Τέλος, ζητώντας από τα δικαστήρια οι τράπεζες να βγάλουν διαταγές πληρωμής για τις απαιτήσεις τους, όπως αυτές προκύπτουν από τα βιβλία τους που συμπεριλαμβάνουν και την αθέμιτη αυτή αύξηση των τόκων, φέρονται ότι διαπράττουν πρόσθετο αδίκημα (απάτη επι δικαστηρίω) διότι επιδιώκουν ενσυνείδητα να αποσπάσουν από το δικαστήριο αναγνώριση και νομιμοποίηση και της παράνομης αυτής απαίτησης κατά του δανειολήπτη.

Η αθέμιτη αυτή μεθόδευση είναι ήδη επιβεβαιωμένη για πολλές Ελληνικές τράπεζες μετά από έλεγχο δανειακών λογαριασμών από τις οποίες προκύπτει ότι, για τον υπολογισμό των τόκων χορηγήσεων πράγματι χρησιμοποιούν έτος 360 ημερών. Μία τεκμηρίωση ενός τυχαίου δείγματος δανειακού λογαριασμού παρατίθεται στο Παράρτημα 1, στο τέλος του βιβλίου.

Συγκεκριμένα, ελέγχθηκε δειγματοληπτικά το ποσό των τόκων που χρέωσαν τράπεζες σε διάφορους δανειακούς πελάτες για ένα τρίμηνο. Ο έλεγχος έγινε τοκαριθμικά και με τη χρήση των ίδιων στοιχείων δηλαδή την κίνηση του λογαριασμού, το επιτόκιο και το ΕΦΤΕ καθώς και τις τοκοφόρες ημερομηνίες αλλά με δύο διαφορετικά ημερολογιακά έτη, 360 και 365. Το αποτέλεσμα των ελέγχων με έτος 360 ημερών συνέπεσε ακριβώς με τα ποσά των χρέωσων των τραπεζών για το συγκεκριμένο τρίμηνο. Αντίθετα, τα αποτέλεσματα με βάση έτος 365 ημερών ήταν μικρότερα ποσά τόκων και ΕΦΤΕ. Οι αναλυτικοί αυτοί έλεγχοι αποτελούν αδιαφιλονίκητη απόδειξη ότι οι τράπεζες που ελέγχθηκαν πράγματι χρησιμοποιούν ημερολογιακό έτος 360 αντί 365 ημερών με αποτέλεσμα οι χρεούμενοι στους πελάτες τους τόκοι να είναι μεγαλύτεροι των νομίμων, εάν στις καταθέσεις χρησιμο-ποιούν έτος 365 ημερών, όπως κατα κανόνα γίνεται.

Β.  Αναγνώριση από τα Δικαστήρια

Με απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών που παραθέτουμε στο Παράρτημα 2, έγινε δεκτή αίτηση δανειολήπτη για αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής σε βάρος του μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής.

Συγκεκριμένα, ο Δικαστής έκρινε ότι εύλογα αμφισβητείται το ποσό της απαίτησης της τράπεζας διότι, σύμφωνα με τον έλεγχο και το πόρισμα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, «η τράπεζα  χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό των τόκων της απαίτησής της ημερολογιακό έτος 360 ημερών αντί 365, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο από τους αιτούντες ποσό να έχει επιβαρυνθεί με τόκους πλέον των νομίμων».

Ο Δικαστής πιθανολόγησε ότι η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον δανειολήπτη, έκανε δεκτή την αίτηση και ανέστειλε κάθε εκτέλεση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής, κάνοντας την εκτίμηση ότι αυτή πιθανότατα θα ευδοκιμήσει.

Η απόφαση αυτή και άλλες που θα ακολουθήσουν επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι, εάν οι τράπεζες δεν αρνούντο παράνομα την υποχρεωτική γι’ αυτές χορήγηση επαρκών στοιχείων για τους λογαριασμούς των, οι περισσότερες αποφάσεις των Δικαστηρίων θα ήσαν σαρωτικά σε βάρος των.  Αυτό, βέβαια, το γνωρίζουν οι τράπεζες και επιμένουν στην καθολική άρνηση  χορήγησης στοιχείων στα οποία, απαραίτητα, πρέπει να περιλαμβάνεται και η δήλωση από κάθε τράπεζα ποιο ημερολογιακό έτος χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό των τόκων των δανείων.

Η πάγια αυτή και ενιαία πολιτική άρνησης, εύλογα φέρεται ότι έχει μετατρέψει κάθε Διοικητή, στέλεχος καθώς και τους αρμόδιους υπαλλήλους σε παραβάτες της κείμενης νομοθεσίας και της πράξης του Διοικητή Τραπέζης Ελλάδος που, από το 1991, έχει υποχρεώσει της τράπεζες (χωρίς όμως καμία ανταπόκριση από τις τελευταίες) να δίνουν στους πελάτες τους «αναλυτικά και κατά τρόπο σαφή τις επιμέρους επιβαρύνσεις από τόκους, προμήθειες και λοιπά έξοδα».

Βέβαια, επειδή η μεθόδευση είναι παλαιά (τουλάχιστον 50 ετών, ίσως και προπολεμική), οι παλαιότεροι τραπεζίτες ανεπίσημα και σε προσωπικό επίπεδο παραδέχονται την ύπαρξή της. Αντίθετα, πολλά νεώτερα στελέχη των τραπεζών που κάνουν πλέον τους υπολογισμούς των τόκων ηλεκτρονικά, δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξη της μεθόδευσης. Σε κάθε περίπτωση, σημασία έχει τι υπάρχει μέσα στο πρόγραμμα του υπολογιστή κάθε τράπεζας για τον εκτοκισμό τον δανείων και τι χρεώνεται αθέμιτα στους δανειολήπτες και όχι τι γνωρίζουν τα στελέχη  της, τα οποία οφείλουν να γνωρίζουν και αυτή τη …λεπτομέρεια.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:   Η παραπάνω δόλια τραπεζική μεθόδευση έγινε γνωστή δημόσια μετα τη δημοσείευση του βιβλίου «Οι τράπεζες στο μικρισκόπιο» που έγραψε ο Πρόεδρος του ΕΙΧΕ κ. Τάκης Χριστοδουλόπουλος το 1999 και, κατά συνέπεια, ο συγγραφέας διατηρεί πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα επι των περιεχομένων του βιβλίου. Συνακόλουθα, ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΑ οποιαδήποτε αναφορά και στην παραπάνω μεθόδευση των τραπεζών με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς να αναφέρεται το παραπάνω βιβλίο και ο συγγραφέας ως πηγή. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης αυτής, κάθε παραβάτης θα διώκεται.