Παρά τις καλή μας διάθεση και τις καλές μας προσπάθειες για συνεργασίες με συνδικαλιστκούς φορείς επαγγελματιών και επιχειρηματιών ώστε να επιτευχθεί η κάλυψη όλων των δανειοληπτών σε ολόκληρη τη Χώρα, τέτοιες συνεργασιες συνάντησαν πρωτοφανή αλαζονία, αυτονομιστικές αντιλήψεις και παντελή έλλειψη διάθεσης δημιουργίας ενιαίου μετώπου όλων των δανειολητών με την ολική αξιοποίηση των ειδικών τραπεζικών γνώσεων αλλά και της πλούσιας νομολογίας κατά τραπεζών που έχει παραχθεί από το ΕΙΧΕ από το έτος 2000. Αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθούμε στην απόφαση να συνεχίσουμε το έργο μας με την στήριξη ΜΟΝΟ των καταναλωτών (νοικοκυριών), εγκαταλείποντας τους επιχειρηματίες και του επαγγελματίες στην (ανύπαρκτη) τύχη τους και στα (υπαρκτά) στρατηγικά λάθη των συνδικαλικστικών ηγεσιών τους που μάλλον ενδιαφέρονται περισσότερο για τις επανεκλογές τους παρά για την ουσιαστική στήριξη των μελών τους απο τις τράπεζες. Η υπέρβαση του κατά τον νόμο ορισμού του καταναλωτή που θελήσαμε να κάνουμε γιατί ήταν εφικτή, θα πρέπει πλέον να εγκαταληφθεί οριστικά δεδομfactory_11ένου ότι πρέπει ρεαλιστικά να αναγνωρισθεί ότι ΔΕΝ υπάρχουν ούτε σαν έννοιες αλλά ούτε κατ’ ουσία η «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ» του ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ, του ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΥ και του ΕΦΟΠΛΙΣΤΗ. Όλοι αυτοί έχουν την οικονομική και λειτουργική δυνατότητα να πλαισιώνονται από εξειδικευμένους συμβούλους, οικονομικούς, νομικούς, οργανωτικούς, κλπ. ώστε να μην έχουν ανάγκη της προστασίας που χρειάζεται ο καταναλωτής και το νοικοκυριό του. Συνακόλουθα, εφεξής (Ιούνιος 2016) και κατά κανόνα, ΔΕΝ δεχόμαστε να αναλάβουμε πλέον οποιαδήποτε στήριξη επιχειρηματιών και επαγγελματιών. Εξάλλου, οι καταναλωτές είναι εκατομμύρια ενώ οι επιχειρηματίες μόνο μερικές εκατοντάδες χιλιάδες. 

Επίσης, είναι συχνό το φαινόμενο, δικηγόροι της μαχόμενης δικηγορίας να μας προσεγγίζουν για να αναλάβουμε τις τραπεζικές πτυχές υποθέσεων πελατών του, κύρια επιχειρηματικών, ενώ τους καταναλωτές έχουν ήδη σπεύσει με σιγουριά (κατά την γνώμη τους) να «εντάξουν» στον «Νόμο Κατσέλη». Κατά την (πικρή) πείρα μας, οι προσεγγίσεις αυτές έχουν κύριο σκοπό την υποκλοπή των ειδικών τραπεζικών και νομικών γνώσεων του ΕΙΧΕ καθώς και της αδημοσίευτης πλούσιας νομολογίας που έχουμε βγάλει από το έτος 2000. Και το χειρότερο δεν είναι η λεηλασία των ειδικών οικονομικοτραπεζικών γνώσεών μας με προστατευμένα πνευματικά δικαιώματα, αλλά η αλόγιστη, ανεύθυνη και επικίνδυνη χρήση των γνώσεων αυτών από δικηγόρους, οι γνώσεις των οποίων περιορίζονται στα νομικά θέματα.  Τέτοια χρήση «κλεμένων» γνώσεων οδηγεί νομοτελειακά και σε αποτυχία για τα συμφέροντα του ατυχούς πελάτη τους ενώ εξοπλίζει τις τράπεζες με θετικές αποφάσεις που θα χρησιμοποιήσουν σαν νομολογία εναντίον των δανειοληπτών. Όσο για τις πραγματογνωμοσύνες που απαιτούνται στα δικαστηρια και που εκπονεί το ΕΙΧΕ με τις ειδικές τραπεζοοικονομολογιστικές με παράλληλη γνώση της κείμενης νομοθεσίας και της πλούσιας αλλά αδημοσίευτης νομολογίας που αυτό έχει δημιουργήσει, οι δικηγόροι φαντάζονται ότι θα βρούν από «κάποιο λογιστή». Τετοιες υπεύθυνες πραγματογνωμοσύνες είναι εξαιρετικά υψηλού κινδύνου για τους υπογράφοντες οικονομολόγους και δεν εκπονεί κανένας λογιστής ή οικονομολόγος στην Ελλάδα σήμερα. Κατά πάγια πολιτική του (Ιούλιος 2016), το ΕΙΧΕ ΔΕΝ συνεργάζεται με δικηγόρους για την κάλυψη των αναγκών των πελατών τους, όπως δεν συνεργαζόμαστε με κάθε άλλο (γιατρούς, μεσίτες, λογιστές, κλπ). Εάν τα προβλήματα των πελατών αυτών είναι περίπλοκα τραπεζοοικονομικού κα νομικού χαρακτήρα (όπως είναι), οι οφειλέτες θα πρέπει να μάθουν να απευθύνοντια σε εξειδικευμένους φορείς (όπως το ΕΙΧΕ που διαθέτουμε εξειδικευμένους δικηγόρους) και όχι στον δικηγόρο «της γειτονιάς». Κάποιοι οφειλέτες, μέσα στη σύγχυσή τους, απευθύνονται σε δικηγόρους που είναι μόνιμοι συνεργάτες …τραπεζών!! Ο καθένας έχει δικαίωμα στα ανθρώπινα λάθη όλων των κατηγοριών (απλά, σύνθετα, τραγικά και ολέθρια).