1839094

Σε μια προκλητικά εναρμονισμένη απόφασή της, η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, αντί του γενικού συμφέροντος των δικηγόρων που είναι μέλη τους και της προστασία των εκατομμυρίων Ελλήνων πολιτών που έχουν οφειλές σε τράπεζες, επέλεξε συνειδητά την σθεναρή «προάσπιση» των συμφερόντων των ….τραπεζών!!!

ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΙΧΕ ΠΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥΣ ΓΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΣΤΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (πατήστε για να δείτε την επιστολή)

ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Τον Δεκέμβριο 2011, στείλαμε την παραπάνω επιστολή μας σε όλους τους Δικηγορικούς Συλλόγους (συνολικά 64) εκθέτοντας ότι οι δικηγόροι της Χώρας δεν είναι σε θέση να προσφέρουν επαρκείς υπηρεσίες δικονομικής άμυνας στους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν επιθέσεις με δικαστικές ενέργειες τραπεζών εναντίον τους, κύρια διαταγών πληρωμής για οφειλές καθώς και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Και τούτο επειδή η άμυνα αυτή, για να είναι πλήρης και αποτελεσμαστική, πρέπει τα συμπεριλάβει ισχυρισμούς και λόγους ανακοπής που, ΚΥΡΙΑ, είναι τραπεζοοικο- νομολογιστικής δομής και περιεχομένου. Οι παράνομες χρεώσεις των τραπεζών σε βάρος των δανειοληπτών είναι ιδιαίτερα κρυμένες μέσα και πίσω από τα ποσά των τόκων, των ανατοκισμών και των λοιπών χρεώσεων που ευθέως συνιστούν «ωφελήματα πέραν των νομίμων».  Τον εντοπισμό των εξαιρετικά έντεχνων και απόλυτα αδιαφανών ωφελημάτων αυτών ΔΕΝ μπορούν να κάνουν, όχι μόνο οι νομικοί και κάθε άλλος μη ειδικός αλλά ούτε κάν και οι οικονομολόγοι.  Οι μόνοι που μπορούν να τα εντοπίσουν και να τα προσδιορίσουν και ποιοτικά και ποσοτικά είναι μόνο οικονομολόγοι με μεγάλη πείρα ΜΕΣΑ στις τράπεζες (που αποτελούν σπάνια περίπτωση, εάν επιλέξουν να μιλήσουν κατά των πρώην εργοδοτών τους). Αυτή είναι μια ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ και, σε καμία περίπτωση, δεν αναφέρεται απαξιωτικά για όλους όσους δεν έχουν (και δεν είναι υποχρεωμένοι να έχουν) τέτοιες εξαιρετικά ειδικευμένες γνώσεις που είναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ για την απόδειξη των απόλυτα δυσδιάκριτων τοκογλυφικών πρακτικών των τραπεζών και για την σύνταξη (και υπογραφή) γνωμοδοτήσεων επί οικονομολογιστικών πραγματογνωμοσυνών που απαιτεί η δικαστική απόδειξη των παράνομων πράξεων.

Η επιστολή αναφέρει ότι, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, μόνο οι διαταγές πληρωμής που εκδίδονταν τότε κάθε χρόνο, ήσαν της τάξης των 80.000. Από αυτές, ελάχιστες ανακόπτονται με αξιώσεις επιτυχίας, κύρια από τους δικηγόρους-συνεργάτες του EIXE. Ο κύριος όγκος αυτής της δικηγορικής ύλης ΔΕΝ αναλαμβάνεται από τους δικηγόρους, ελλείψει των ειδικών τραπεζικών αλλά και νομικών γνώσεων που απαιτούνται, με συνηθισμένη κατάληψη οι ερωτώμενοι δικηγόροι να προτείνουν στους δανειολήπτες να «ζητήσουν κάποια ρύθμιση από την τράπεζα και να πληρώσουν το χρέος πιο εύκολα». Ωστόσο, το χρέος κάθε δανειολήπτη είναι ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ, γεγονός που ο δικηγόρος ούτε γνωρίζει αλλά ούτε και μπορεί να αντιμετωπίσει δικαστικά, με αποτέλεσμα να χάνεται η τεράστια αυτή δικηγορική ύλη που ανήκει στους δικηγόρους καθώς και τα έσοδα από τις παραστάσεις υπέρ των δανειοληπτών, οι τελευταίοι να μένουν μόνιμα χωρίς νομικό παραστάτη και χωρίς την νόμιμη δικονομική τους άμυνα, εύκολοι στόχοι για τις επόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης από τις τράπεζες σε βάρος τους.

Με την παραπάνω επιστολή του, το ΕΙΧΕ ενημέρωσε τους Δικηγορικούς Συλλόγους ότι διαθέτει και τις αναγκαίες ειδικές τραπεζικές αλλά και νομικές γνώσεις καθώς και πλούσια αδημοσίευτη νομολογία σε βάρος των τραπεζών. Τις γνώσεις αυτές και την θετική για τους δανειολήπτες νομολογία που έχει προκύψει από τη δράση του μέσω μικρού αριθμού συνεργατών-δικηγόρων από το 1998, ενημέρωσε ότι και μπορεί και θέλει να εκχωρήσει σε μεγάλο αριθμό μαχόμενων δικηγόρων, ιδίως νέων σε όλη τη Χώρα, με μακροχρόνιες συμβάσεις εκχώρησης τεχνογνωσίας, ώστε οι δικαστικές επιθέσεις των τραπεζών να ανακόπτονται με επιτυχία και να αποδίδεται σωστά το δίκαιο. Ζήτησε δε το ΕΙΧΕ από τους Δικηγορικούς Συλλόγους να ΕΝΗΜΕΡΩΣΟΥΝ τα μέλη τους για την δυνατότητα αυτή που τους παρέχεται από το ΕΙΧΕ.

 Προς μεγάλη μας, όμως, έκπληξη, διαπιστώσαμε ότι, με τρόπο απόλυτα εναρμονισμένο, κανένας από τους 64 Δικηγορικούς Συλλόγους που έλαβαν την επιστολή μας,
1. ΔΕΝ μας απάντησε επί της προτάσεως
2. ΔΕΝ ενημέρωσε τους δικηγόρους για την πρόταση που τους αφορούσε άμεσα
3. ΔΕΝ πρωτοκόλλησε την επιστολή (και όπου είχε ήδη γίνει αυτό, σβήστηκε)

Η παράδοξη -πλην όμως απόλυτα ευεξήγητη- επιλογή αυτή, βρίσκεται σε κατάφωρη αντίθεση με όλα όσα ρητά προβλέπει και το γράμμα και το πνεύμα του Κώδικα Δεοντολογίας του δικηγορικού λειτουργήματος, που δεσμεύει όλους τους Δικηγορικούς Συλλόγους. Η ενιαία αυτή αντιμετώπιση της επιστολής και του αιτήματός μας να ενημερωθούν οι Δικηγόροι εξηγείται απόλυτα από την πραγματικότητα ότι, μεγάλο μέρος των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων, συχνά δε και οι ίδιοι οι Πρόεδροι αυτών, φέρονται να είναι μόνιμοι συνεργάτες τραπεζών, και οι οποίοι πρόθυμα υλοποιούν τις σχετικές «κατευθύνσεις» που τους έχουν δοθεί από τις τράπεζες. Είναι προφανές ότι οι τελευταίες δεν επιθυμούν οποιαδήποτε ισχυροποίηση της δυνατότητας των δανειοληπτών για αποτελεσματική δικονομική άμυνα. Αντίθετα, τους εξυπηρετεί οι διαταγές πληρωμής που εκδίδουν να μην ανακόπτονται, να αποκτούν ισχύ δεδικασμένου και να μπορούν να προχωρούν ανενόχλητες σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων των δανειοληπτών, για την επιτυχή είσπραξη των (εν γνώσει τους τοκογλυφικών) απαιτήσεών τους.

Χαρακτηριστικό είναι ότι, μετέπειτα και σε ερώτησή μας μέσα στο δικηγορικό του Γραφείο, «γιατί ο Σύλλογος δεν απάντησε ποτέ στην επιστολή μας», ο τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών (πόλη στην οποία το ΕΙΧΕ διατηρεί Γραφείο από τις αρχές του 2012) μας απάντησε «Γιατί έτσι μου αρέσει!!». Οποιοδήποτε ειδικό σχόλιο από πλευράς μας είναι περιττό…. Την απάντησή μας την πήρε επί τόπου: «Αυτή δεν είναι απάντηση Προέδρου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου προς πολίτες»…  Αντί σχολίου, παραθέτουμε αμέσως μετά, το κείμενο περί του ρόλου και των υποχρεώσεων των Δικηγορικών Συλλόγων, σύμφωνα με τον «Κώδικά» τους :

«Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 199 του ν.δ. 3026/1θ54 «Περί Κώδικος Δικηγόρων», όπως ισχύει   σήμερα, βαρύνονται με τα παρακάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις, η εκπλήρωση των οποίων αποτελεί νομικό και ηθικό χρέος.

α) Τη μέριμνα για την εν γένει αξιοπρέπεια του Δικηγόρου και την απονομή από κάθε Αρχή του οφειλόμενου προς αυτόν σεβασμού κατά την ενάσκηση του λειτουργήματός του.
β) Την υποβολή προτάσεων και γνωμών που αφορούν στη βελτίωση της Νομοθεσίας, την ερμηνεία και την εφαρμογή της.
γ) Τη διατύπωση παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης.
δ) Τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων πάνω σε κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει το Δικηγορικό Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ή την επαγγελματική τάξη.
ε) Τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων επί παντός γενικότερου ζητήματος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχομένου. Οι διατάξεις αυτές, προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση και υπόστασή τους και τους προσδίδουν το ιδιαίτερο εκείνο κύρος και τη λειτουργηματική τους αυθεντία που παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από το νομικό κόσμο και τον Ελληνικό Λαό.

Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους είναι Οργανισμοί Επιστημονικοί και Επαγγελματικοί. Σαν επιστημονικοί Οργανισμοί  π ο υ   π ε ρ ι κ λ ε ί ο υ ν μέσα τους τις πρώτες επιστημονικές  δ υ ν ά μ ε ι ς   τ η ς   χ ώ ρ α ς, έχουν αποστολή την παροχή υπηρεσιών για την εύρυθμη λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης.
–  Τη προαγωγή και πρόοδο της επιστήμης του Δικαίου.
–  Τη βελτίωση της Νομοθεσίας.
–  Τη παρακολούθηση της Νομολογίας των Δικαστηρίων.
–  Την υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
–  Τη προστασία των Συνταγματικών Δικαιωμάτων και των ατομικών Ελευθεριών του πολίτη.
–  Τη διασφάλιση της ελεύθερης εκφράσεως του Ελληνικού Λαού.

  1. Σαν επαγγελματικοί Σύλλογοι που περιλαμβάνουν στους κόλπους τους επαγγελματίες, που αγωνίζονται για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, επιβίωση και προκοπή, έχουν καθήκον να υπερασπίζονται τα θέματα και τις επαγγελματικές και ηθικές διεκδικήσεις του Δικηγορικού Σώματος. Ν’ αγωνίζονται για την προώθηση και τη λύση τους και να αγρυπνούν για τη προστασία της Δικηγορικής ολότητας.
  2. Σαν δημόσιοι λειτουργοί, «συμπράττοντες Λειτουργοί της Δικαιοσύνης», οι Δικηγόροι έχουν επίσης χρέος ν ‘ αγωνίζονται για την καλή λειτουργία της, την εξύψωση του κύρους και του γοήτρου της και να παρέχουν ουσιαστική βοήθεια στους Λειτουργούς της, για ν’ ανταπεξέρχονται στο δύσκολο και βαρύ έργο τους.
  3. Ιδιαίτερα υψηλή είναι η ευθύνη του Δικηγόρου κατά την άσκηση του Λειτουργήματός του σε περίοδο λειτουργίας Εκτάκτων Δικαστηρίων, που η υπεράσπιση των αγαθών της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του πολίτη επιβάλλουν έντονη την παρουσία του στις Δίκες, η διεύθυνση της διαδικασίας των οποίων και οι εκδιδόμενες αποφάσεις τελούν κάτω από τη λειτουργία της στυγνής σκοπιμότητας και όχι της νομιμότητας και των αρχών του «κράτους δικαίου». Ο Δικηγόρος κάτω από συνθήκες λειτουργίας «Εκτάκτων Δικαστηρίων» οφείλει να υπερασπίζεται με σθένος και μαχητικότητα τον κατηγορούμενο, το βήμα της υπερασπίσεως που είναι η πολεμίστρα του, το Δικηγορικό λειτούργημα που είναι ο θώρακάς του και την υψηλή ιδέα της Δικαιοσύνης που αποτελεί το ιδανικό της ανθρωπότητας. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Μια δικανική μάχη με αντίπαλο Επίτροπο και Δικαστήριο σκοπιμότητας για τις συνέπειες. Μια δικανική μάχη με αντίπαλο Επίτροπο και Δικαστήριο σκοπιμότητας, είναι προέκταση της μάχης που δίνει ο κατηγορούμενος για τα ιδανικά της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Ο Δικηγόρος οφείλει να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο και να τον προστατέψει μπροστά στην αυθαιρεσία και τη βία.
  4. Ο Πρόεδρος και τα Διοικητικά Συμβούλια των Δικηγορικών Συλλόγων είναι, σύμφωνα με το νόμο, έφοροι και φρουροί των κανόνων του Δικηγορικού Κώδικα και των φιλελεύθερων παραδόσεων του Δικηγορικού Σώματος και του Δικηγορικού Λειτουργήματος. Δέκτες των αντιδράσεων και αντιλήψεων του νομικού δημοσίου χώρου, οφείλουν να υπερασπίζονται ό,τι είναι προς το συμφέρον του Ελληνικού Λαού και της Δικαιοσύνης και ν ‘ αγωνίζονται για την εύρυθμη λειτουργία της και την ορθή απονομή του Δικαίου. Γιατί εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης σημαίνει και ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας και του «κράτους Δικαίου». Χωρίς καλή λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης δε μπορεί να υπάρξει και να ευδοκιμήσει Δικηγορία και να προαχθεί το Δικηγορικό λειτούργημα.
  5. Κατά την εκπλήρωση της αποστολής του στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του πολίτη, το Δικηγορικό Σώμα της Αθήνας έχει και μάρτυρες και θύματα. Στη μνήμη τους το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου της Πρωτεύουσας αφιερώνει το Κώδικα αυτόν, ο οποίος περιέχει τους δεοντολογικούς κανόνες που πρέπει να τηρούν τα μέλη του κατά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος».